ξεγυρίζω

ξεγυρίζω
(Μ ξεγυριζω)
νεοελλ.
1. γυρίζω πίσω, ξανάρχομαι
2. γυρίζω κάτι από την ανάποδη, στρέφω από το άλλο μέρος
3. (για ασθενή) παρουσιάζω όψη υγιούς ατόμου, αναρρώνω
3. (η μτχ. μέσ. παρακμ. ως επίθ.) ξεγυρισμένος, -η, -ο
γερός
μσν.
κατορθώνω να αντεπεξέλθω σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. ξ(ε)-* + γυρίζω].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ξεγυρίζω — ξεγύρισα, ξεγυρίστηκα, ξεγυρισμένος 1. μτβ., γυρίζω σε κάτι το μέσα έξω, αναποδογυρίζω: Ξεγύρισα το κοστούμι μου. 2. αμτβ., για άρρωστο, πάω προς το καλύτερο: Ξεγύρισε το παιδί από χθες. 3. η μτχ., ξεγυρισμένος μτφ., ο καλός στην όψη και τη θρέψη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεγυριστός — ή, ό [ξεγυρίζω] (στην τυπογρ.) (για εικόνα ή τμήμα εικόνας) αυτός που έχει αποχωριστεί με γραφικά μέσα από τον φόντο του …   Dictionary of Greek

  • ξεγύρισμα — το [ξεγυρίζω] 1. το γύρισμα τού επάνω κάτω ή τού μέσα προς τα έξω ενός πράγματος 2. καλυτέρευση τής κατάστασης ασθενούς, ανάρρωση 3. μαντρωμένη έκταση …   Dictionary of Greek

  • ξεγύρισμα — το, ατος 1. το αποτέλεσμα του ξεγυρίζω, γύρισμα από το άλλο μέρος. 2. μτφ., ανάρρωση, πορεία της υγείας προς το καλύτερο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”